-A +A

Παραδοσιακά Επαγγέλματα

Στις Σπέτσες υπάρχουν μέχρι τις μέρες μας αρκετά παραδοσιακά επαγγέλματα, άλλα διατηρούνται ακόμα ζωντανά και άλλα έχουν εκλείψει. Παρατίθεται κατάλογος με τα παραδοσιακά επαγγέλματα που έχουν καταγραφεί, γνωρίζοντας ότι μπορεί να υπάρχουν και κάποια που να μην αναφέρονται.

Βοτσαλάδες

Οι βοτσαλάδες είναι τεχνίτες που χρησιμοποιούν λευκό και μαύρο βότσαλο για να διακοσμήσουν αυλές, περίγυρο σπιτιών, δρόμους και όχι μόνο. Σπετσιώτες τεχνίτες καλούνταν για να κατασκευάσουν βοτσαλωτά και σε άλλα νησιά όπως η Μύκονος, η Πάρος κ.α. Παλαιότερα σχεδόν όλοι οι οικοδόμοι γνώριζαν και εξασκούσαν την τέχνη του βοτσαλωτού. Για την κατασκευή περίπου ενός (1) τ.μ. βοτσαλωτού απαιτείται δουλειά μίας ημέρας.

Μερικοί παλιοί καλοί τεχνίτες του βοτσαλωτού ήταν ο Άγγελος και ο Ιωάννης Κόχειλας, ο Θόδωρος Παπαγεωργίου, ο Ελισαίος και ο Θανάσης Μπαϊραχτάρης, ο Παναγιώτης Δαμδημόπουλος κ.α. 

Συνδυάζοντας τα λευκά και μαύρα βότσαλα δημιουργούσαν διάφορα σχέδια, γεωμετρικά σχήματα ή παραστάσεις εμπνευσμένες από την καθημερινή ζωή, τη μυθολογία και τη θάλασσα. Κατά τα προηγούμενα χρόνια τα λευκά βότσαλα τα μάζευαν κυρίως από τις παραλίες των Σπετσών και τα μαύρα τα έφερναν από παραλίες της Τσακωνιάς και κυρίως από την παραλία της Ζαμπατικής.

Τα στάδια κατασκευής του βοτσαλωτού όπως αυτά έχουν περιγραφεί στο βιβλίο «Παραδοσιακές τέχνες και επαγγέλματα των Σπετσών» από το Λαογραφικό Εργαστήρι Σπετσών είναι τα ακόλουθα:
•    Στρώσιμο του εδάφους με κοσκινισμένο κοκκινόχωμα ανακατεμένο με νταμαρίσια άμμο
•    Κατάβρεγμά του με ένα ποτιστήρι 
•    Ίσιωμα με μία πήχη
•    Στρώσιμο της «λάσπης» (δύο μέρη άμμου θαλάσσης και ένα μέρος ασβέστη γλυκό) σε πάχος μισού εκατοστού 
•    Οριοθέτηση της επιφάνειας που ονομάζεται «ψαθί» με καδρόνια και πήχεις 
•    Τοποθέτηση του πατρόν
•    Σημάδεμα του σχήματος με μία πρόκα
•    Τοποθέτηση σε όρθια θέση πρώτα των μαύρων βότσαλων και μετά των λευκών ώσπου να κλείσει το ψαθί
•    Χτύπημα των βότσαλων με τον κόπανο για να στρώσει η επιφάνειά τους 
•    Στρώσιμο στεγνής άμμου θαλάσσης για να κλείσουν οι πόροι και αναμονή δύο με τρείς ημέρες για να στεγνώσει
•    Σκούπισμα της άμμου ώστε να φανεί το κεφαλάκι του βότσαλου.
 
Σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει το αποτέλεσμα αυτής της τέχνης στο βοτσαλωτό ανηφορικό δρομάκι που οδηγεί προς την Καποδιστριακή, σε ένα μικρό δρομάκι μπροστά από την οικία Κορυζή στο Παλιό Λιμάνι, στην πλατεία της Ντάπιας (το γνωστό «βοτσαλωτό»), στην πλατεία του Αγίου Νικολάου, στο προαύλιο του Δημαρχείου Σπετσών, στο προαύλιο του Μουσείου Σπετσών όπως και του Μουσείου Μπουμπουλίνας, καθώς και σε πολλά πλατύσκαλα σε εισόδους σπιτιών. Θαυμαστά είναι και τα βοτσαλωτά που έχουν κατασκευαστεί σε πολλές αυλές και περίγυρους οικιών. Στις περισσότερες κατασκευές έχει αποτυπωθεί και η χρονολογία κατασκευής τους.
Σχέδια που βρίσκει κάποιος στα βοτσαλωτά είναι κυρίως το τιμόνι, το δελφίνι, η άγκυρα, το καΐκι, το κανόνι (ακολουθώντας την ναυτική παράδοση) και σπανιότερα το κυπαρίσσι, λουλούδια ή ζώα.  
Αξιοσημείωτο είναι ότι το 1958 στην πλατεία Ομονοίας κατασκευάστηκε βοτσαλωτό 5.000 τ.μ. με υπεύθυνους βοτσαλάδες για την κατασκευή του τους Σπετσιώτες Άγγελο και Ιωάννη Κόχειλα.

Καραβομαραγκοί 

Στις Σπέτσες από τα προεπαναστατικά χρόνια ασκείτο η ξυλοναυπηγική τέχνη και τα σπετσιώτικα σκαριά ήταν φημισμένα για την τεχνική τους αρτιότητα αλλά και ομορφιά. Τα ναυπηγεία, καρνάγια ή ταρσανάδες που λειτουργούν στην περιοχή κυρίως του Παλιού Λιμανιού ασχολούνται με την κατασκευή, συντήρηση και επισκευή ξύλινων σκαφών κάθε τύπου (κούντουλες, τρεχαντήρια, καραβόσκαρα, βαρκαλάδες, λίμπερτι κ.α.). 
Αναλυτικότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη σελίδα «Καρνάγια ». 

 
 
Αμαξάδες

Το 1950 ο Σπύρος Αργεντίνης έφερε στις Σπέτσες το πρώτο μόνιππο αμαξάκι και το νοίκιασε στον Κωνσταντίνο Καλογερόπουλο ο οποίος ήταν και ο πρώτος αμαξάς των Σπετσών. 
Στην αρχή αποτελούσαν κύριο μεταφορικό μέσο και τελικά παρέμειναν ως ένα γραφικό μέσο με το οποίο απολαμβάνει ο επισκέπτης μία βόλτα στο νησί. Οι αμαξάδες συνήθως εργάζονται από το Πάσχα μέχρι τις αρχές του Οκτώβρη.

Κάθε αμαξάς διαθέτει τουλάχιστον τέσσαρα με πέντε άλογα. Τα άλογα τα πεταλώνουν 4-5 φορές το χρόνο και φορούν πέταλα με λάστιχο. Τα άλογα στις Σπέτσες τα πεταλώνει ο Σταύρος Κόκορης ενώ παλιότερα ερχόταν από το Κρανίδι ο Γιώργος Σούρος. Επίσης δύο φορές το χρόνο τα κουρεύουν. Για να δουλέψει κάθε άμαξα χρειάζονται τουλάχιστον τέσσερα άλογα την ημέρα. Το πρωί το άλογο δουλεύει 4–5 ώρες και αντικαθίστανται από άλλο που δουλεύει 7-8 ώρες. Τα άλογα που δούλεψαν τη μία ημέρα ξεκουράζονται την επόμενη και αντικαθίστανται από άλλο ζευγάρι. Είναι ικανά να εργάζονται μέχρι τα 25 – 30 χρόνια τους. 

Το αμαξάκι αποτελείται από το κασόνι (το μέρος που κάθονται οι επιβάτες), την ταπετσαρία, την κουκούλα, τις σούστες και τις τέσσερις ξύλινες ρόδες. Το άλογο φορά λαιμαριά, σαμάρι και χαλινάρια. Αξιοπρόσεχτες είναι οι ζωγραφιές με τις οποίες πολλοί αμαξάδες έχουν κοσμήσει το κασόνι της κάθε άμαξας. Πολλές άμαξες φέρουν παλιά φανάρια δεξιά και αριστερά του κασονιού. Ενώ σε ειδικές περιπτώσεις, όπως γάμοι, ο στολισμός τους είναι θαυμαστός. 

Στις Σπέτσες ο επισκέπτης μπορεί να πάρει άμαξα από μία από τις δύο αφετηρίες που υπάρχουν, η μία στη Ντάπια από τη μεριά του λιμανιού και η άλλη στην Πλατεία Ποσειδωνίου. Οι άμαξες που ξεκινούν από τη μεριά της Ντάπιας έχουν κατεύθυνση προς το Παλιό Λιμάνι με πιο συνηθισμένη διαδρομή αυτή προς Παλιό Λιμάνι και Αρμάτα, αλλά και την Αγία Μαρίνα. Οι άμαξες που ξεκινούν από την Πλατεία του Ποσειδωνίου έχουν κατεύθυνση προς τις Σχολές και το Λιγονέρι. Υπάρχουν τιμοκατάλογοι και στις δύο αφετηρίες ενώ μπορεί να γίνει συνεννόηση με τον αμαξά για κάποια άλλη διαδρομή που επιθυμεί ο επισκέπτης, φτάνει να είναι βατή για το άλογο. 
Το κόστος συντήρησης τόσο της άμαξας όσο και των αλόγων σε συνδυασμό με τη μικρή περίοδο που αυτές χρησιμοποιούνται κάνει τη διατήρηση του επαγγέλματος του αμαξά δύσκολη αλλά είναι τόση η αγάπη και το μεράκι αυτών που το εξασκούν που όλοι ελπίζουμε να μην εκλείψει.

Υφάντρες

Στις Σπέτσες η υφαντουργία αποτέλεσε ένα επάγγελμα που ασκήθηκε από πολλές γυναίκες κυρίως. Μία πρώτη προσπάθεια εγκατάστασης οργανωμένης οικοτεχνίας υφαντικής στο νησί έγινε λίγο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή από τον Μικρασιάτη έμπορο και κατασκευαστή χαλιού Νίκο Σουτζόγλου. Ο Κ. Σουτζόγλου είχε σπουδάσει σχέδιο σε μία από τις ειδικές σχολές που υπήρχαν στη Μικρά Ασία και πριν την Καταστροφή είχε δική του βιοτεχνία και αποθήκες στη Σμύρνη κάνοντας εξαγωγές στη Ευρώπη. Τον Οκτώβρη του 1922 με πλοίο ήρθε ανάμεσα σε άλλους πρόσφυγες στις Σπέτσες και τον Σεπτέμβριο του 1923 σε συνεργασία με τον Δασκαλάκη ξεκίνησε απασχολώντας επαγγελματικά τις συμπατριώτισσες του προσφυγοπούλες. Το βαφείο ήταν στο πίσω μέρος του εργοστασίου Δασκαλάκη (σημερινό κεντρικό κτίριο των  «Νησιών»), όπου βάφονταν τα νήματα με γερμανικά χρώματα Bayer. Τα χαλιά ήταν «Σπάρτας» και «Σίβας» και τα πουλούσε στην Αθήνα. Προμήθευε κάθε γυναίκα που δούλευε γι αυτόν με αργαλειό και πρώτες ύλες, ώστε να εργάζεται στο σπίτι της. Το 1932 εγκατέστησε στη γειτονική Ύδρα και στην Καστανιά της Ηπείρου αντίστοιχες οικοτεχνικές μονάδες. Το 1954 η οικογένεια έφυγε από τις Σπέτσες και το 1975 απέσυρε οριστικά τους αργαλειούς. Ο πιο συνηθισμένος τύπος αργαλειού είναι ο καθιστός που ο σκελετός του έχει σχήμα κύβου.    

Η Μαρία Γαλανοπούλου το γένος Δαμδημόπουλου είναι η τελευταία υφάντρα χαλιού στις Σπέτσες. Την τέχνη την έμαθε από την κ. Βούλα Μπούφη. Στον αργαλειό του χαλιού δούλεψαν οι οικογένειες Νίκου Μπουλαμάτση, Νίκου Δαμδημόπουλου, Βλαχάκη, Παρασκευά, η Βούλα Μπούφη, η Νώντα Βρονταμίτη και πολλές άλλες, ενώ οι κυρίες Μαρία Γαλανοπούλου και Μαρία Σύρμα συνέχισαν μεμονωμένα.

Η ύφανση ενός χαλιού ήταν επίπονη εργασία. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι για να κατασκευαστεί ένα χαλί 12 τ.μ. απαιτείται 12ωρη εργασία τεσσάρων ατόμων επί τρεις μήνες.

Στη δεκαετία του 1950 και μέχρι τη δεκαετία του 1960 η Φωφώ Σγότζου δημιούργησε μία μικρή βιοτεχνία πλάγιων αργαλειών με την ονομασία «Σπετσιώτικος αργαλειός» και παρήγαγε υφαντά (τους αργαλειούς τους προμηθεύτηκε από τον Σωτήρη Γκουσγκούνη). Στους αργαλειούς της εργάζονταν κοπέλες και νεαροί και πληρώνονταν με τον πήχη που βγάζανε.

Ανάλογη επιχείρηση είχε και η κυρία Βούλα Καρδάση, η οποία εμπορευόταν η ίδια τα υφαντά της παραγωγής της αφού πρώτα τα έδινε σε μοδίστρες που έραβαν μαρινιέρες (μακριά φαρδιά φορέματα), κουρτίνες και άλλα.

Άλλες σημαντικές υφάντρες ήταν η Διαμάντω Παρίση, η Ελένη Μαυρομιχάλη, η Αγγελική Δελημήτρου και η Μαριάνθη Κοκκοράκη. 

Οι ακόλουθες φωτογραφίες είναι ευγενική χορηγία της κυρίας Μαρίας Γαλανοπούλου και απεικονίζουν τα στάδια ύφανσης ενός χαλιού καθώς και διάφορα χειροποίητα χαλιά, δημιουργίες της κυρίας Γαλανοπούλου, την οποία και ευχαριστούμε θερμά για την προσφορά της.

Εικόνα 1 Εργασία στην ανέμη (πρώτο στάδιο)                            

Εργασία στην ανέμη (πρώτο στάδιο)                           "Κούρεμα χαλιού"                                                                     "Χτύπημα" των κόμπων (με το χτυπητήρι)

Ολοκληρωμένο το παραπάνω χαλί